Κριμιζής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κριμιζής < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kɾi.miˈzis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Κρι‐μι‐ζής
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κριμιζής αρσενικό (θηλυκό Κριμιζή)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Σταμάτης Κριμιζής στη Βικιπαίδεια
(γεν. 1938), αστρονόμος