Κρόνια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Κρόνια
      γενική των Κρονίων
& Κρόνιων
    αιτιατική τα Κρόνια
     κλητική Κρόνια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Κρόνια < αρχαία ελληνική Κρόνια, ουδέτερο του Κρόνιος < Κρόνος

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Κρόνια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]