Κυδωνιάτισσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Κυδωνιάτισσα < Κυδωνιάτ(ης) + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ci.ðoˈɲa.ti.sa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Κυ‐δω‐νιά‐τισ‐σα
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Κυδωνιάτισσα θηλυκό
- (πατριδωνυμικό) θηλυκό του Κυδωνιάτης
Συγγενικά
[επεξεργασία]- κυδωνιάτικος
- → και δείτε τις λέξεις Κυδωνιά, Κυδωνιές και Κυδωνίες
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]- Για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο, ή γενικά, δείτε Κυδωνιάτης.
Κυδωνιάτισσα
|
|