Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κωνσταντόγλου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Κωνσταντόγλου οι Κωνσταντόγλοι
& Κωνσταντογλαίοι
οι Κωνσταντόγλου
      γενική του/της Κωνσταντόγλου των Κωνσταντόγλων
& Κωνσταντογλαίων
των Κωνσταντόγλου
    αιτιατική τον/την Κωνσταντόγλου τους Κωνσταντόγλους
& Κωνσταντογλαίους
τους/τις Κωνσταντόγλου
     κλητική Κωνσταντόγλου Κωνσταντόγλοι
& Κωνσταντογλαίοι
Κωνσταντόγλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κωνσταντόγλου < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κωνσταντόγλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]