Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κῶπαι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική αἱ Κῶπαι
      γενική τῶν Κωπῶν
      δοτική ταῖς Κῶπαις
    αιτιατική τὰς Κῶπᾱς
     κλητική ! Κῶπαι
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Κῶπαι < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κῶπαι θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]