Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κ.Ε.

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
  1. Κ.Ε. < Κοινή Εποχή
  2. Κ.Ε. < Κεντρική Επιτροπή

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ciˈni e.poˈçi/ (κοινή εποχή)
ΔΦΑ : /kuˈe/ (κουέ)

Συντομομορφή 1

[επεξεργασία]

Κ.Ε. ή ΚΕ συντομογραφία

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Συντομομορφή 2

[επεξεργασία]

Κ.Ε. ή ΚΕ συντομογραφία θηλυκό

  • για συγκεκριμένο σώμα κεντρικής επιτροπής
    η ΚΕ του κόμματος συνεδρίασε και ψήφισε τα νέα άρθρα του Καταστατικού