Λίλιας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Λίλιας | οι | Λίλιες & Λιλιέηδες |
| γενική | του | Λίλια | των | — Λιλιέηδων |
| αιτιατική | τον | Λίλια | τους | Λίλιες & Λιλιέηδες |
| κλητική | Λίλια | Λίλιες & Λιλιέηδες | ||
| Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη. Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Λίλιας < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Λίλιας αρσενικό (θηλυκό Λίλια)