Μετάβαση στο περιεχόμενο

Λεβίδι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Λεβίδι τα Λεβίδια
      γενική του Λεβιδιού
& Λεβιδίου
των Λεβιδιών
& Λεβιδίων
    αιτιατική το Λεβίδι τα Λεβίδια
     κλητική Λεβίδι Λεβίδια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Οι δεύτεροι τύποι της γενικής, λόγιοι, παλιότεροι.
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «καράτι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Λεβίδι < επώνυμο Λεβίδ(ης) + [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /leˈvi.ði/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Λεβίδι

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Λεβίδι ουδέτερο

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. σελ. 189 -  Ανδριώτης, Νικόλαος Π. (1950). "Συμβολή στη μορφολογία των νεοελληνικών επωνύμων". Επιστημονικές Επετηρίδες Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. (πλοήγηση)