Λητώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική η Λητώ
      γενική της Λητώς
& Λητούς
    αιτιατική τη Λητώ
     κλητική Λητώ
Η γενική ενικού -ούς είναι λόγια, αρχαιόπρεπη.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Λητώ < αρχαία ελληνική Λητώ

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Λητώ θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός
Ονομαστική ἡ Λητώ
Γενική τῆς Λητοῦς
Δοτική τῇ Λητοῖ
Αιτιατική τὴν Λητώ
Κλητική (ὦ) Λητοῖ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Λητώ < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Λητώ θηλυκό (& δωρικός τύπος Λατώ)

  • (μυθολογία) κόρη των Τιτάνων Κοίου και Φοίβης. Από τον Δία γέννησε τον Απόλλωνα και την Άρτεμη.