Μετάβαση στο περιεχόμενο

Λιτόσελον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ Λιτόσελον τὰ Λιτόσελα
      γενική τοῦ Λιτοσέλου τῶν Λιτοσέλων
      δοτική τῷ Λιτοσέλ τοῖς Λιτοσέλοις
    αιτιατική τὸ Λιτόσελον τὰ Λιτόσελα
     κλητική ! Λιτόσελον Λιτόσελα
Συνήθως στον ενικό
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Λιτόσελον <  δείτε τη λέξη Λιτόσελο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /liˈto.se.lon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Λιτόσελον

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Λιτόσελον ουδέτερο