Λυκία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Λυκία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Λυκία.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /liˈci.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Λυ‐κί‐α
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Λυκία θηλυκό
- περιοχή της νότιας Μικράς Ασίας, δυτικά της Παμφυλίας
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Λυκία στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Λυκία < Πιθανώς προέλευσης από γλώσσες της Ανατολίας , ωστόσο αβέβαιης σημασίας, παραβάλετε χεττιτικά 𒇻𒊌𒅗𒊑 (φωτίζω), και το τοπωνύμιο Λυκαονία (συγγενές με το Λούκκα).
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ly.kí.aː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Λυ‐κί‐ᾱ
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Λυκία, -ᾱς θηλυκό
- Λυκία (ιστορική περιοχή στην νοτιοδυτική Μικρά Ασία, στην σημερινή Τουρκία)
- Λυκία (πρώην επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία λειτουργούσε αυτόνομα από το 43 μ.Χ. έως το 74 μ.Χ. και αργότερα ως μέρος της Λυκίας και Παμφυλίας)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- επικός και ιωνικός τύπος : Λυκίη
Κλίση
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | Λυκίᾱ | αἱ | Λυκίαι |
| γενική | τῆς | Λυκίᾱς | τῶν | Λυκιῶν |
| δοτική | τῇ | Λυκίᾳ | ταῖς | Λυκίαις |
| αιτιατική | τὴν | Λυκίᾱν | τὰς | Λυκίᾱς |
| κλητική ὦ! | Λυκίᾱ | Λυκίαι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | Λυκίᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | Λυκίαιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Απόγονοι
[επεξεργασία]Λυκία (αρχαία ελληνικά)
Πηγές
[επεξεργασία]- Λυκία - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από γλώσσες της Ανατολίας (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)