Μάρκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Μάρκος οι Μάρκοι
      γενική του Μάρκου των Μάρκων
    αιτιατική τον Μάρκο τους Μάρκους
     κλητική Μάρκο Μάρκοι
όπως «υπνάκος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Μάρκος < ελληνιστική κοινή Μᾶρκος < λατινική Marcus < *mārtcus < Mars +‎ -cus

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Μάρκος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. (θρησκεία) δεύτερο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, αποτελούμενο από δεκαέξι κεφάλαια.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]