Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μέτζοβον

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από Μέτσοβον)

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]
λόγια μεσαιωνική ελληνική με αρχαία κλίση
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική τὸ Μέτζοβον
      γενική τοῦ Μετζόβου
      δοτική τῷ Μετζόβ
    αιτιατική τὸ Μέτζοβον
     κλητική ! Μέτζοβον
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Μέτζοβον < σλαβικής προέλευσης ме̏чка (mȅčka, αρκούδα)[1] / мече (mečé) (< πρωτοσλαβική *mečьka[2]) + -οβον < σλαβικής προέλευσης -ово < πρωτοσλαβική *-ovъ (κατάληξη τόπων)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Μέτζοβον ουδέτερο

  • Μέτσοβο (ορεινός οικισμός του νομού Ιωαννίνων σε υψόμετρο 1.150 μέτρα)
      Ἀλλὰ καὶ τὸν τιμιώτατον Ἠσαΐαν, τὸν καθηγούμενον τοῦ Μετζόβου, ἐκακοποίησε καὶ οὐκ ἐξέφυγε ἀπὸ τῆς πλεονεξίας τοῦ τυράννου· δεσμεύσας γὰρ αὐτὸν ὡς κακοῦργον ἐνέθηκεν εἰς κλωβίον, καὶ διὰ φιλαργυρίαν ἐξηγοράσθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ παρὰ θεοφιλῶν ἀνδρῶν εἰς ἄσπρα σʹ, καὶ πάλιν ὁ τύραννος αὐτοὺς ἐξορύττει καὶ αὐτὸν πιπράσκει. (Λέανδρος Βρανούσης, «Το Χρονικόν των Ιωαννίνων κατʼ ανέκδοτον δημώδη επιτομήν», Επετηρίς του Μεσαιωνικού Αρχείου, 12 (1962, Αθήνα 1965) 91.)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Χαράλαμπος Π. Συμεωνίδης, Ετυμολογικό λεξικό των νεοελληνικών οικωνυμίων, εκδ. Κέντρο Μελετών της Ιεράς Μονής Κύκκου, Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 923–924, λήμμα Μέτσοβο (10979)
  2. Ίσως < *medъ (μέλι) +‎ *(j)ěsti (τρώω)