Μαλάμω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Μαλάμω οι Μαλάμες
      γενική της Μαλάμως των Μαλάμων
    αιτιατική τη Μαλάμω τις Μαλάμες
     κλητική Μαλάμω Μαλάμες
Ο πληθυντικός σε -ες είναι σπάνιος.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Μαλάμω < μάλαμ(α) +

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Μαλάμω θηλυκό

  • γυναικείο όνομα
    ※  Ἦσαν ὁ Στάθης κι ὁ Λευθέρης τῆς Κρατήρας, δίδυμα ἑπτὰ ἐτῶν, κι ὁ Γιώργης κι ἡ Μαλάμω τοῦ Καρυοφύλλη, ἑπτὰ καὶ ἓξ ἐτῶν, κι ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου, ὀκταέτης, καὶ ὁ Χαράλαμπος καὶ τὸ Τσιτσὼ τοῦ Καλλιμάνη, ἓξ καὶ πέντε ἐτῶν, ὅλα χαρούμενα, παίζοντα μέσα εἰς τὰς λόχμας, πηδῶντα τὰ μικρὰ χανδάκια, καραβίζοντα φύλλα δένδρων ἢ ξυλάρια εἰς τὸ νερὸν τοῦ ῥύακος. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τ' αερικό στο δέντρο)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]