Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μαλγάσιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Μαλγάσιος < (λόγιο δάνειο) γαλλική Malgache

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /maˈla.zʝi.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός : Μα‐λά‐σγι‐ος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Μαλγάσιος αρσενικό (θηλυκό Μαλγάσια)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • Μαλγάσιος - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)