Μανούτσο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | Μανούτσο | τα | Μανούτσα |
| γενική | του | Μανούτσου | των | Μανούτσων |
| αιτιατική | το | Μανούτσο | τα | Μανούτσα |
| κλητική | Μανούτσο | Μανούτσα | ||
| Συνήθως στον ενικό | ||||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μανούτσο < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /maˈnu.t͡so/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Μα‐νού‐τσο
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μανούτσο ουδέτερο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Οικισμοί της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Οικισμοί (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)