Μαντιλάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική Μαντιλάς
γενική Μαντιλά
αιτιατική Μαντιλά
κλητική Μαντιλά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Μαντιλάς < μαντίλ(ι) + -άς < ελληνιστική κοινή μαντίλιον < λατινικά mantilium / mantelium, υποκοριστικό του mantile / mantele < manus < πρωτοϊταλικά *manus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *méh₂-r̥- / *mh₂-én-

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Μαντιλάς αρσενικό

  • προσωνυμία του αϊ-Γιώργη (σε ομώνυμο μετεωρίτικο μονύδριο)
    Η παράδοση θέλει έναν Τούρκο που έκοβε ξύλα να καταπλακώνεται από έναν κορμό και να κινδυνεύει η ζωή του. Η γυναίκα του έσπευσε να αφιερώσει στον Άγιο τη μουσουλμανική μαντίλα της. Και έτσι ο Αϊ-Γιώργης έγινε Μαντιλάς. (* εφημερίδα Το Βήμα)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]