Μανόλης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Μανόλης | οι | Μανόληδες |
| γενική | του | Μανόλη | των | Μανόληδων |
| αιτιατική | τον | Μανόλη | τους | Μανόληδες |
| κλητική | Μανόλη | Μανόληδες | ||
| Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μανόλης < μεσαιωνική ελληνική Ἐμμανοήλ / Μανουηλίτης[1] < ελληνιστική κοινή Ἐμμανουήλ < εβραϊκή עִמָּנוּאֵל (imanu'él) < עִמָּנוּ אֵל (imánu él, ο θεός μαζί μας)[2]) < עם (im: μαζί) + אל (el: θεός, θεότητα)
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μανόλης αρσενικό
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Στην μεσαιωνική ελληνική βρίσκεται ο τύπος Ἐμμανοήλ / Μανουήλ / Μανουῆλος / Μανοῆλος / Μανουήλης / Μανουήλιος / Μανουηλίτης, καθώς και μανοηλάτον[3] / μανολάτον (χρυσό βυζαντινό νόμισμα του Μανουήλ Αʹ Κομνηνού). Από τη συνάρθρωση –οη– (/oi/) με έκκρουση (σίγηση του ασθενέστερου /i/ από το ισχυρότερο /o/) φτάσαμε στο –ο–: Μανόλης,[4] ενώ ο τύπος Μανώλης (με –ω–) δεν δικαιολογείται ετυμολογικά. Γιʼ αυτό ορισμένοι Μανόληδες (Τριανταφυλλίδης γλωσσολόγος, Ανδρόνικος αρχαιολόγος, Αναγνωστάκης ποιητής) συνήθιζαν τον τύπο με –ο–: Μανόλης.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Μεταγραφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- Κωνσταντίνος Ντίνας, (1995), Κοζανίτικα επώνυμα (1759–1916), Κοζάνη: Iνστιτούτο Bιβλίου και Aνάγνωσης (Yπουργείο Πολιτισμού-Δήμος Kοζάνης)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μανουηλίτης - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
- ↑ «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσιν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον μεθʼ ἡμῶν ὁ θεός.» (Κατὰ Ματθαίον Εὐαγγέλιον, 1, 23)
- ↑ μανοηλάτον - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
- ↑ Βλέπε την άποψη του γλωσσολόγου Θεόδωρου Μωυσιάδη στο www.translatum.gr
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα εβραϊκά (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Ανδρικά ονόματα (νέα ελληνικά)
- Ανδρικά επώνυμα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)