Ματρόζου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ματρόζου < γενική ενικού του αρσενικού Ματρόζος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ματρόζου θηλυκό (αρσενικό Ματρόζος)
Ματρόζου θηλυκό (αρσενικό Ματρόζος)