Μαυροκορδάτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Μαυροκορδάτος < μαύρος + μεσαιωνική ελληνική κόρδα (βασικό δοκάρι του σπιτιού στο Βυζάντιο αλλά και χορδή μουσικού οργάνου ή χορδή τόξου)

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Μαυροκορδάτος αρσενικό και Μαυροκορδάτου το θηλυκό

  • ανδρικό ελληνικό επώνυμο


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]