Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μαυρονέρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Μαυρονέρι τα Μαυρονέρια
      γενική του Μαυρονερίου των Μαυρονερίων
    αιτιατική το Μαυρονέρι τα Μαυρονέρια
     κλητική Μαυρονέρι Μαυρονέρια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «μίλι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Μαυρονέρι < μαυρο- + -νέρι.  και δείτε τη λέξη Μαυρονέριον (καθαρεύουσα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ma.vɾoˈne.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Μαυρονέρι

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Μαυρονέρι ουδέτερο

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. ποταμός της Ελλάδας στην Πιερία
  3. ποταμός της Ελλάδας, άλλη ονομασία του Λουδία

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]