Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μελισσοχώριον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ Μελισσοχώριον τὰ Μελισσοχώρια
      γενική τοῦ Μελισσοχωρίου τῶν Μελισσοχωρίων
      δοτική τῷ Μελισσοχωρί τοῖς Μελισσοχωρίοις
    αιτιατική τὸ Μελισσοχώριον τὰ Μελισσοχώρια
     κλητική ! Μελισσοχώριον Μελισσοχώρια
Συνήθως στον ενικό
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Μελισσοχώριον <  δείτε τη λέξη Μελισσοχώρι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.li.soˈxo.ɾi.on/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Μελισσοχώριον

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Μελισσοχώριον ουδέτερο