Μητροχρόνης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μητροχρόνης < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μητροχρόνης αρσενικό (θηλυκό Μητροχρόνη)
Μητροχρόνης αρσενικό (θηλυκό Μητροχρόνη)