Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μοίρου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Μοίρου < γενική ενικού του αρσενικού Μοίρος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Μοίρου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Μοίρος)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]