Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μογλενά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Μογλενά
      γενική των Μογλενών
    αιτιατική τα Μογλενά
     κλητική Μογλενά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Μογλενά < σλαβικής προέλευσης mьgla (ομίχλη)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mo.ɣleˈna/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Μογλενά

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Μογλενά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Dahmen, Wolfgang; Kramer, Johannes (1986). "Das Meglenorumänische". Rumänistik in der Diskussion. Tübingen. σελ. 262. ISBN 3878088590.