Μολυβδά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μολυβδά < γενική ενικού του αρσενικού Μολυβδάς
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μολυβδά θηλυκό (αρσενικό Μολυβδάς)
Μολυβδά θηλυκό (αρσενικό Μολυβδάς)