Μονοκάνδυλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μονοκάνδυλου < γενική ενικού του αρσενικού Μονοκάνδυλος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μονοκάνδυλου θηλυκό (αρσενικό Μονοκάνδυλος)
Μονοκάνδυλου θηλυκό (αρσενικό Μονοκάνδυλος)