Μοντρεαλίτισσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Μοντρεαλίτισσα Μοντρεαλίτισσες
γενική Μοντρεαλίτισσας Μοντρεαλιτισσών
αιτιατική Μοντρεαλίτισσα Μοντρεαλίτισσες
κλητική Μοντρεαλίτισσα Μοντρεαλίτισσες

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɔ.dɾɛ.a.ˈli.ti.sa/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Μοντρεαλίτισσα < Μόντρεαλ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Μοντρεαλίτισσα θηλυκό (Μοντρεαλίτης αρσενικό)

  1. η κάτοικος ή δημότισσα του Μόντρεαλ, ή κάποια που κατάγεται από αυτή την πόλη
    Αφροδίτη Μοντρεαλίτισσα (τίτλος ποιήματος της Θάλειας Τάσου)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]