Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μοσόνα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Μοσόνα
      γενική της Μοσόνας
    αιτιατική τη Μοσόνα
     κλητική Μοσόνα
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Μοσόνα < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /moˈso.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Μοσόνα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Μοσόνα θηλυκό, μόνο στον ενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ 188Α, 19 Αυγούστου 1954