Μουστακάριας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Μουστακάριας | οι | Μουστακάριες & Μουστακαριέηδες |
| γενική | του | Μουστακάρια | των | — Μουστακαριέηδων |
| αιτιατική | τον | Μουστακάρια | τους | Μουστακάριες & Μουστακαριέηδες |
| κλητική | Μουστακάρια | Μουστακάριες & Μουστακαριέηδες | ||
| Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη. Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μουστακάριας < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μουστακάριας αρσενικό (θηλυκό Μουστακάρια)