Μουχούρτη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μουχούρτη < γενική ενικού του αρσενικού Μουχούρτης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μουχούρτη θηλυκό (αρσενικό Μουχούρτης)
Μουχούρτη θηλυκό (αρσενικό Μουχούρτης)