Μπαλέστρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μπαλέστρα < γενική ενικού του αρσενικού Μπαλέστρας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μπαλέστρα θηλυκό (αρσενικό Μπαλέστρας)
Μπαλέστρα θηλυκό (αρσενικό Μπαλέστρας)