Μπαρόγιωργα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μπαρόγιωργα < γενική ενικού του αρσενικού Μπαρόγιωργας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μπαρόγιωργα θηλυκό (αρσενικό Μπαρόγιωργας)
Μπαρόγιωργα θηλυκό (αρσενικό Μπαρόγιωργας)