Μπενάρδου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μπενάρδου < γενική ενικού του αρσενικού Μπενάρδος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μπενάρδου θηλυκό (αρσενικό Μπενάρδος)
Μπενάρδου θηλυκό (αρσενικό Μπενάρδος)