Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μπισιρτζόγλου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Μπισιρτζόγλου οι Μπισιρτζόγλοι
& Μπισιρτζογλαίοι
οι Μπισιρτζόγλου
      γενική του/της Μπισιρτζόγλου των Μπισιρτζόγλων
& Μπισιρτζογλαίων
των Μπισιρτζόγλου
    αιτιατική τον/την Μπισιρτζόγλου τους Μπισιρτζόγλους
& Μπισιρτζογλαίους
τους/τις Μπισιρτζόγλου
     κλητική Μπισιρτζόγλου Μπισιρτζόγλοι
& Μπισιρτζογλαίοι
Μπισιρτζόγλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Μπισιρτζόγλου < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Μπισιρτζόγλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]