Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μπογκομίλ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Μπογκομίλ < (άμεσο δάνειο) βουλγαρική Богомил < παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική < αρχαία ελληνική Θεόφιλος (αντιδάνειο)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /bo.goˈmil/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Μπογκομίλ

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Μπογκομίλ άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]