Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μπορντώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Μπορντώ < (λόγιο δάνειο) γαλλική Bordeaux, με παλιά μεταγραφή eaux > ω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /boɾˈdo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Μπορντώ
ομόηχα: Μπορντό, μπορντό

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Μπορντώ ουδέτερο άκλιτο