Μπουρμόγλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Μπουρμόγλου | οι | Μπουρμόγλοι & Μπουρμογλαίοι |
οι | Μπουρμόγλου |
| γενική | του/της | Μπουρμόγλου | των | Μπουρμόγλων & Μπουρμογλαίων |
των | Μπουρμόγλου |
| αιτιατική | τον/την | Μπουρμόγλου | τους | Μπουρμόγλους & Μπουρμογλαίους |
τους/τις | Μπουρμόγλου |
| κλητική | Μπουρμόγλου | Μπουρμόγλοι & Μπουρμογλαίοι |
Μπουρμόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μπουρμόγλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μπουρμόγλου αρσενικό ή θηλυκό