Μπόγιογλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Μπόγιογλου | οι | Μπόγιογλοι & Μπογιογλαίοι |
οι | Μπόγιογλου |
| γενική | του/της | Μπόγιογλου | των | Μπόγιογλων & Μπογιογλαίων |
των | Μπόγιογλου |
| αιτιατική | τον/την | Μπόγιογλου | τους | Μπόγιογλους & Μπογιογλαίους |
τους/τις | Μπόγιογλου |
| κλητική | Μπόγιογλου | Μπόγιογλοι & Μπογιογλαίοι |
Μπόγιογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. Προφέρεται ως προπαροξύτονο με συνίζηση. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μπόγιογλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μπόγιογλου αρσενικό ή θηλυκό
Μεταγραφές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Καμπούρογλου' (νέα ελληνικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Καμπούρογλου' εξαιρέσεις (νέα ελληνικά)
- Επώνυμα με συνίζηση που προφέρονται ως προπαροξύτονα (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες - επώνυμα (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)