Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μυκαληττός

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Μυκαληττός
      γενική τῆς Μυκαληττοῦ
      δοτική τῇ Μυκαληττ
    αιτιατική τὴν Μυκαληττόν
     κλητική ! Μυκαληττέ
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ὁδός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Μυκαληττός < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Μυκαληττός θηλυκό, μόνο στον ενικό