Μωρόγιωργα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Μωρόγιωργα < γενική ενικού του αρσενικού Μωρόγιωργας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Μωρόγιωργα θηλυκό (αρσενικό Μωρόγιωργας)
Μωρόγιωργα θηλυκό (αρσενικό Μωρόγιωργας)