ΝΥΣΔΕ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Συντομομορφή
[επεξεργασία]Ν.Υ.Σ.Δ.Ε. ουδέτερο άκλιτο αρκτικόλεξο
- (παρωχημένο, εκπαίδευση) Νομαρχιακό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δημοτικής Εκπαίδευσης