Νανόγλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Νανόγλου | οι | Νανόγλοι & Νανογλαίοι |
οι | Νανόγλου |
| γενική | του/της | Νανόγλου | των | Νανόγλων & Νανογλαίων |
των | Νανόγλου |
| αιτιατική | τον/τη | Νανόγλου | τους | Νανόγλους & Νανογλαίους |
τους/τις | Νανόγλου |
| κλητική | Νανόγλου | Νανόγλοι & Νανογλαίοι |
Νανόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Νανόγλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Νανόγλου αρσενικό ή θηλυκό