Ναύπλιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ναύπλιο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Ναύπλιον < αρχαία ελληνική Ναυπλία < αρχαία ελληνική ναῦς + αρχαία ελληνική πλέω[1]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ναύπλιο ουδέτερο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- ναπλιώτης
- Ναπλιώτης
- Ναυπλιεύς
- Ναυπλιώτης
- ναυπλιώτικος
- → και δείτε τη λέξη Ανάπλι
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Ναύπλιο στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης Γεώργιος, (2022). Λεξικό κυρίων ονομάτων (Α΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Ι.Κ.Ε.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις - τοπωνύμια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων - τοπωνύμια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων - τοπωνύμια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Πόλεις της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Πόλεις (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)