Νεοκαστρίτισσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Νεοκαστρίτισσα < Νεοκαστρίτ(ης) + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ne.o.kaˈstɾi.ti.sa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Νε‐ο‐κα‐στρί‐τισ‐σα
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Νεοκαστρίτισσα θηλυκό
- (πατριδωνυμικό) θηλυκό του Νεοκαστρίτης
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → και δείτε τη λέξη Νεόκαστρο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]- Για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο, ή γενικά, δείτε Νεοκαστρίτης.
Νεοκαστρίτισσα
|
|