Μετάβαση στο περιεχόμενο

Νεόκαστρον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ Νεόκαστρον τὰ Νεόκαστρα
      γενική τοῦ Νεοκάστρου τῶν Νεοκάστρων
      δοτική τῷ Νεοκάστρ τοῖς Νεοκάστροις
    αιτιατική τὸ Νεόκαστρον τὰ Νεόκαστρα
     κλητική ! Νεόκαστρον Νεόκαστρα
Συνήθως στον ενικό
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Νεόκαστρον <  δείτε τη λέξη Νεόκαστρο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /neˈo.ka.stɾon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Νεόκαστρον

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Νεόκαστρον ουδέτερο