Νησέλλιον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | Νησέλλιον | τὰ | Νησέλλια | ||||
| γενική | τοῦ | Νησελλίου | τῶν | Νησελλίων | ||||
| δοτική | τῷ | Νησελλίῳ | τοῖς | Νησελλίοις | ||||
| αιτιατική | τὸ | Νησέλλιον | τὰ | Νησέλλια | ||||
| κλητική ὦ! | Νησέλλιον | Νησέλλια | ||||||
| Συνήθως στον ενικό | ||||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /niˈse.li.on/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Νη‐σέλ‐λι‐ον
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Νησέλλιον ουδέτερο
- (καθαρεύουσα) χωριό της Ημαθίας
- → δείτε τη λέξη Νησέλλι