Νισανγιάν
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Νισανγιάν : πατρωνυμικό, προέλευσης από την αρμενική , άλλη μορφή του Νισανιάν
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Νισανγιάν αρσενικό ή θηλυκό, άκλιτο