Μετάβαση στο περιεχόμενο

Νιόπλιας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Νιόπλιας οι Νιόπλιες
& Νιοπλιέηδες
      γενική του Νιόπλια των
Νιοπλιέηδων
    αιτιατική τον Νιόπλια τους Νιόπλιες
& Νιοπλιέηδες
     κλητική Νιόπλια Νιόπλιες
& Νιοπλιέηδες
Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη.
Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι.
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Νιόπλιας < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Νιόπλιας αρσενικό (θηλυκό Νιόπλια)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]