Νορβηγίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Νορβηγίδα < θηλυκό του Νορβηγός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Νορβηγίδα θηλυκό, Νορβηγός αρσενικό

  1. (εθνικό όνομα) η γυναίκα που είναι πολίτης της Νορβηγίας ή εκείνη που κατάγεται από τη χώρα αυτή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]